σαμποτέρ

ο, Ν
άκλ. άτομο που διενεργεί σαμποτάζ, ο δολιοφθορέας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. saboteur «κακός εργάτης, πρόσωπο που καθυστερεί κάποια δουλειά, δολιοφθορέας» < sabot (βλ. λ. σαμπό)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαμποτέρ — ο (λ. γαλλ.), άκλ., αυτός που κάνει σαμποτάζ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κομάντος — (commandos). Όρος που χρησιμοποιήθηκε αρχικά για τις ομάδες των Μπόερς, οι οποίοι κατά την περίοδο 1899 1902 διεξήγαγαν ανταρτοπόλεμο εναντίον των Άγγλων, και στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε από τους Άγγλους στον B’ Παγκόσμιο πόλεμο, για τον… …   Dictionary of Greek

  • σαμποτάζ — Ο όρος προέρχεται από τη γαλλική λέξη sabotage που έχει γίνει διεθνής και αποδίνεται στα ελληνικά με τον όρο «δολιοφθορά». Στην αρχή ο όρος σήμαινε την καταστροφή ή τη βλάβη που προξενούσαν οι απεργοί (εργάτες βιομηχανίας) για να εμποδίσουν τη… …   Dictionary of Greek

  • σαμποταριστής — ο, Ν ο σαμποτέρ. [ΕΤΥΜΟΛ. < σαμποτάρω + κατάλ. ιστής (< ρ. σε ίζω)] …   Dictionary of Greek

  • Λάσκος, Βασίλειος — (Μάνδρα Ελευσίνας 1899 – 1943). Αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, ήρωας του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Σπούδασε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων και ειδικεύτηκε στον κλάδο των υποβρυχίων. Το 1926 τοποθετήθηκε κυβερνήτης του τορπιλοβόλου Πέργαμος, με το… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.